μακριά

μακριά
επίρρ
1) далеко; вдалеке, вдали;

μακριά απ' το χωριό — далеко от села;

πιό μακριά — дальше;

δεν είναι μακριά η μέρα, πού... — недалёк тот день, когда...;

2) далеко, не скоро;

τό καλοκαίρι είναι μακριά — лето ещё не скоро;

δεν είναι μακριά η γιορτή — скоро праздник;

§ από μακριά — издалека;

μακριά από μας ( — или από λόγου μας) — избави, упаси нас боже;

είμαστε μακριά — мы расходимся во мнениях;

είσαι μακριά — ты далёк от истины;

μακριά πού είσαι νυχτωμένος — ты ничего не понимаешь


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "μακριά" в других словарях:

  • Μακρία — Μακρίᾱ , Μακρίη fem nom/voc/acc dual Μακρίᾱ , Μακρίη fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μακρίᾳ — Μακρίᾱͅ , Μακρίη fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μακριά — (Μ μακριά, μακρέα και μακρεά) επίρρ. σε μεγάλη απόσταση, απόμακρα, αλάργα («είναι μακριά από δω η πόλη») νεοελλ. 1. σε μεγάλη χρονική απόσταση («δεν είναι μακριά τα Χριστούγεννα») 2. φρ. α) «μακριά από δω» ή «μακριά από μάς» ή «μακριά από λόγου… …   Dictionary of Greek

  • μακριά — επίρρ. 1. τοπ., σε μεγάλη απόσταση: Το χωριό του είναι μακριά από την πρωτεύουσα. 2. χρον., σε μεγάλη χρονική απόσταση: Τα Χριστούγεννα είναι ακόμα μακριά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Μακριά Μαλλιά — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 290 μ. 30 κάτ.) του νομού Φωκίδος. Βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο του νομού, στο εσωτερικό του ακρωτηρίου Άγιος Πάγκαλος. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Δεσφίνας …   Dictionary of Greek

  • Μακριά Μύτη — Οικισμός (27 κάτ.) της Πάρου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Πάρου του νομού Κυκλάδων …   Dictionary of Greek

  • Μαλὰ μακρία γνουν ὀλίγον. — См. У бабы волос долог, да ум короток …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • κλίνη, ναυπηγική — Μακριά πρισματική κατασκευή στην οποία ναυπηγούνται τα πλοία. Κατασκευάζεται συνήθως με τοιχοποιία ή τσιμέντο, ενώ, αν πρόκειται για μικρά σκάφη, με ξύλο. Η κλίση της ν.κ., σε σχέση με το οριζόντιο επίπεδο, πρέπει να είναι τέτοια ώστε η συνιστώσα …   Dictionary of Greek

  • ενδυμασία — Το σύνολο των αντικειμένων –οποιουδήποτε υλικού ή τρόπου κατασκευής– που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος για να ντύνεται και να στολίζεται. Για πολύ καιρό, ιδιαίτερα σε περιοχές τις οποίες ευνοούσε το θερμό κλίμα, οι άνθρωποι δεν ένιωθαν την ανάγκη να… …   Dictionary of Greek

  • Ινδία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ινδίας Έκταση: 3.287.590 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.029.991.145 (2001) Πρωτεύουσα: Νέο Δελχί (12.791.458 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ασίας. Συνορεύει Α με το Μπαγκλαντές και τη Μυανμάρ (Βιρμανία), Β με την Κίνα και… …   Dictionary of Greek

  • κρήτη — I Νησί (8.331 τ. χλμ., 601.131 κάτ.) της νοτιοανατολικής Μεσογείου, σε απόσταση περίπου 100 χλμ. ΝΑ της Πελοποννήσου. Πρόκειται για το μεγαλύτερο σε έκταση νησί της Ελλάδας (δεύτερο είναι η Εύβοια με έκταση 3.658 τ. χλμ.), το πέμπτο της Μεσογείου …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»